Η «Ελευθεροτυπία» του Χρήστου Τεγόπουλου αποτέλεσε μια εφημερίδα-πρότυπο για όσους επιθυμούσαν να ασχοληθούν με τον χώρο της έντυπης δημοσιογραφίας. Με ξεκάθαρο ιδεολογικό στίγμα, στις παρυφές της
Κεντροαριστεράς, την ίδια στιγμή όμως με την εσωτερική δύναμη να επιτρέπει τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις ακόμη και όμορων χώρων.
Σε συνδυασμό με τους έξυπνους και παρεμβατικούς τίτλους, τα «ψαγμένα» πρωτοσέλιδα και την παρεμβατική αρθρογραφία, η «Ελευθεροτυπία» πέτυχε να διαβάζεται από ένα κοινό το οποίο ξεπερνούσε κατά πολύ τα στενά όρια του πολιτικού χώρου της λεγόμενης και αυτοπροσδιοριζόμενης ως «Δημοκρατικής Παράταξης».
Μετά την απώλεια του Χρήστου Τεγόπουλου, τα πράγματα άλλαξαν. Η φυγή του Σεραφείμ Φυντανίδη ήταν το τελευταίο επεισόδιο στο σίριαλ ενός γκρίζου μέλλοντος, που έγινε… κατάμαυρο, όταν πριν από μερικούς μήνες η εφημερίδα οδηγήθηκε σε αναστολή της έκδοσής της, με παράλληλη αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99, περί χρεοκοπίας, λόγω των συσσωρευμένων χρεών της.
Η «Ελευθεροτυπία» υπήρξε διαχρονικά η κατεξοχήν εφημερίδα των δημοσιογράφων, στηριζόμενη στην αξία και τις δημιουργικές εμπνεύσεις του ανθρώπινου δυναμικού της. Γι’ αυτό και η επιλογή της Μάνιας Τεγοπούλου να συζητήσει την Παρασκευή με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και της ΕΣΗΕΑ την πρότασή της για επανακυκλοφορία της «Ελευθεροτυπίας», στέλνει το μήνυμα ότι η πρόταση της σημερινής ιδιοκτήτριας της ιστορικής εφημερίδας δεν στερείται πραγματικών προθέσεων.

